Περίεργα πράγματα…

Περίεργα πράγματα μας ξημέρωσε τούτη η Κυριακή ! είπε δυνατά και κατευθύνθηκε προς την Πολυκατοικία …Κοίταξε το κουδούνι που έγραφε δεύτερος …Πάτησε μια φορά , και ξανά πιο παρατεταμένα …Μια φωνή βαριά γυναικεία ακούστηκε … 
-Ποιός είναι;
– Ναι, με συγχωρείτε που ενοχλώ …Μήπως είναι εύκολο να μου κατεβάσετε τα χρήματα
-Ποια χρήματα , ποιος είστε; Να βγω λίγο στο μπαλκόνι γιατί δεν σας ακούω και καλά …
Τραβήχτηκε προς τα πίσω ο Στάθης και ύψωσε τα μάτια στον δεύτερο …Βγήκε μια γυναίκα γύρω στα πενήντα ,απορημένη κάπως του φάνηκε …
– Εσείς χτυπήσατε  ρώτησε …τι θέλετε; …
– Εγώ είμαι ο ταξιτζής που έφερα την κόρη σας πριν λίγο από το αεροδρόμιο …και έκανε νεύμα δείχνοντας το παρκαρισμένο του ταξί…
-Ποια κόρη μου Κύριε φέρατε;
– Αστεία μου κάνετε τώρα …είπε ο Στάθης προσπαθώντας να κρύψει τον εκνευρισμό του ..Ε αυτό πια παραπάει ! Κλείσαμε εικοσάλεπτο κυρία μου που περιμένω ..Αν δεν έχετε τα χρήματα δεν πειράζει, εσείς να στε καλά …δεν θα πεθάνουμε κιόλας …αλλά μην με ταλαιπωρείτε κι εμένα ! μεροκάματο βγάζω…τι μεροκάματο, νυχτοκάματο…
-Δεν σας καταλαβαίνω κύριε !
–Δεν με καταλαβαίνετε; ωραία ! Λέτε σας παρακαλώ στην Σοφία να βγει λίγο έξω να της πω;
Στο άκουσμα αυτό η γυναίκα ταράχτηκε και ξέσπασε σε λυγμούς …Ένας άντρας βγήκε τότε και εκείνη όρμησε στην αγκαλιά του …Μίλησε τότε αυτός :
-Τι συμβαίνει άνθρωπέ μου ..Τί θες , ποιος είσαι
– Άντε πάλι τα ίδια ! Το αγώι μου θέλω Χριστιανέ μου ..Τριάντα πέντε ευρώ …Μην με δουλεύετε ! Είπαμε αν δεν έχετε, χαλάλι σας …
Ο άντρας μπήκε μέσα και ξαναβγήκε μόνος του
-Δεν καταλαβαίνω τι μου λέτε … για ποιο αγώι μιλάτε; …
-Αεροδρόμιο –Καλλιθέα με την κόρη σας την Σοφία, που μόλις επέστρεψε από Αγγλία ! Καταλάβατε τώρα; …
-Τι λες άνθρωπέ μου … είπε και έβαλε και αυτός τα κλάματα…
-Τι συμβαίνει , πείτε μου , έπαθε κάτι η Σοφία τώρα που ανέβηκε; …Παναγία μου το κορίτσι ! είπε ο Στάθης και μπήκε ξανά στην πυλωτή …Άρχισε να χτυπά συνέχεια το κουδούνι μέχρι που του άνοιξαν …Ανέβηκε τρέχοντας από τα σκαλοπάτια και χτύπησε με το χέρι του την πόρτα …
-Σοφία , κορίτσι μου είσαι καλά  Άνοιξέ μου ανησυχώ ! Δεν είναι για τα λεφτά …ξέχνα τα …κερασμένα …μα γιατί κλαίνε οι άνθρωποι…
Άνοιξε η πόρτα και ο άντρας με τα κλαμένα μάτια τον άφησε να μπει …
-Πες μου άνθρωπέ μου …Που την ξέρεις εσύ την Σοφία μας …
-Σας είπα κύριε πριν λίγο την έφερα από το αεροδρόμιο… Σαράντα λεπτά απόσταση κάναμε …μου είπε , επειδή δεν είχε τόσα χρήματα ότι θα ανέβαινε για να μου τα φέρει …καταλαβαίνετε …γι αυτό και σας ανησύχησα …μα εσείς γιατί κλαίτε  τι σας είπα και σας τάραξα τόσο;
Η γυναίκα κουλουριασμένη σε έναν καναπέ έκλαιγε με αναφιλητά και ο άντρας δεν άρθρωνε λέξη …τον κοιτούσε με τόση έκπληξη…Γύρισε απότομα ο Στάθης και νιώθει τα πόδια του να κόβονται …Σε ένα τραπεζάκι εκεί κοντά , ένας δίσκος με κόλλυβα μνημόσυνου και δίπλα του μια φωτογραφία μιας νέας κοπέλας …
-Για σταθείτε , αυτή είναι η Σοφία …ή μήπως η αδελφή της
-Ναι κύριε, η Σοφία μας είναι είπε ο άντρας ..η κόρη μας …αύριο έχουμε το μνημόσυνο για τα δύο της χρόνια …
-Με κοροϊδεύετε ! Με κοροϊδεύετε ! Δεν είναι αλήθεια …μου κάνετε πλάκα! Σοφία! Σοφία!Κορίτσι μου που είσαι;
Φώναζε σαν τρελός ο Στάθης και άρχισε να πηγαίνει από δωμάτιο σε δωμάτιο . Να ανοίγει πόρτες , να κοιτάει κάτω από τραπέζια και κρεβάτια , ακόμα και μέσα σε ντουλάπες …
Γύρισε έπειτα και τους κοίταξε κατάματα !
-Με περνάτε για τρελό έτσι, πριν λίγο σας λέω ήμασταν μαζί! Και μιλάγαμε συνέχεια …Πάλι δεν με πιστεύετε; Να σας πως κάτι άλλο τότε … Αν τα βγάζω όλα τούτα από το μυαλό μου, πως ξέρω ότι εσείς είστε Λευκαδίτης και ετοιμάζετε επιχείρηση με ενοικιαζόμενα δωμάτια; Τώρα μου τα λεγε το κορίτσι …
Ο άντρας σωριάστηκε και αυτός στον καναπέ …
-Και εσείς που είστε η μάνα της .. έτσι δεν είναι
– Ναι! είπε εκείνη με σβησμένη την φωνή … εγώ είμαι η μανούλα της …
-Πως ξέρω για εσάς ότι ετοιμάζεστε τώρα μέσα στην βδομάδα να πάτε στην Πάρο , για να κανονίσετε τα περιουσιακά σας Ποιος θα μου λεγε τέτοιες λεπτομέρειες
-Χριστέ μου είπε εκείνη και αγκάλιασε τον άντρα της …
Έκατσε σε μια καρέκλα ο Στάθης και κοίταζε την κορνίζα με την γελαστή φωτογραφία.. Εκείνο το χαμόγελο που φώτισε το Σαββατόβραδό του… Αμίλητος το κοίταζε ως που ξημέρωσε Κυριακή και Ανάσταση… Στην ενορία του Αγίου Νικολάου εκκλησιάστηκε εκείνη την ημέρα του Κυρίου ο Στάθης…
-Τα κατάφερα Σοφάκι! μονολογούσε συνεχώς …
Και όλοι ρωτούσαν να μάθουν ποιος ήταν ο άγνωστος, που συνέχεια κοιτούσε μόνο την γελαστή φωτογραφία, ψέλνοντας βουρκωμένος το Χριστός Ανέστη!
Ευχαριστούμε τον Π. Α. που μας έστειλε το κείμενο.